FAQs – Ρωτούν συχνά οι γονείς

Κνίδωση

Το κνιδωτικό εξάνθημα με αγγειοίδημα έχει δυνητικά επικίνδυνο χαρακτήρα  μόνο στη σπάνια περίπτωση που η κνίδωση αποτελεί μέρος σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης σε τροφή, φάρμακο ή μετά από τσίμπημα εντόμου και συνοδεύεται από αγγειοίδημα λάρυγγα με βράχνιασμα και δυσκολία στην αναπνοή. Αν η κνίδωση συνοδεύεται και με εκδηλώσεις από άλλα συστήματα (βήχα, δύσπνοια, σφύριγμα, βράγχος φωνής, ζάλη ,αδυναμία, κοιλιακό άλγος ,πολλαπλούς εμέτους) η αντίδραση πλέον χαρακτηρίζεται ως αναφυλαξία , είναι δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση .

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων όμως η οξεία κνίδωση δεν έχει σχέση με αναφυλαξία, το αγγειοίδημα δεν επεκτείνεται στο λάρυγγα και το κνιδωτικό εξάνθημα δεν διαρκεί λίγες μόνο ώρες όπως συμβαίνει στις τυπικές αλλεργικές αντιδράσεις.

Το εξάνθημα  διαρκεί από λίγες μέρες ως λίγες εβδομάδες. Σπάνια μπορεί να φτάσει τις 3 εβδομάδες ενώ αν η διάρκεια είναι > 6 εβδομάδες η κνίδωση πλέον χαρακτηρίζεται χρόνια κνίδωση. Τη φαρμακευτική αγωγή (αντισταμινικά) την ακολουθούμε για αρκετές ημέρες ανάλογα με τα συμπτώματα και τη διακόπτουμε μετά τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού μας. Είναι αναμενόμενο στη διάρκεια της θεραπείας να συμβούν μικρές υποτροπές και μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση της αντισταμινικής αγωγής

Στην οξεία κνίδωση δε συστήνεται ειδική δίαιτα αποφυγής συγκεκριμένων τροφών εκτός από την περίπτωση που υπάρχει επιβεβαιωμένη εμφάνιση ή επιδείνωση του εξανθήματος μέσα σε  1-2 ώρες από τη λήψη της τροφής.

Σε μη τυπική κνίδωση (επίμονες βλάβες που δεν υποχωρούν με τη πίεση, σε σταθερή θέση για > 24 ώρες, με συμμετοχή βλεννογόνων) καθώς και σε υποτροπιάζοντα επίμονα επεισόδια θα πρέπει να προηγηθεί των εξετάσεων εκτίμηση από ειδικό.

Στεφανάκη Ευαγγελία, Παιδίατρος – Παιδοαλλεργιολόγος, Επιμ. Α’ Παιδ/κής Κλινικής, Βενιζέλειο Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου

Η νόσος COVID-19 στα παιδιά

Οι ασθενείς με κοινές αλλεργικές παθήσεις δεν αναπτύσσουν ξεχωριστά συμπτώματα  και εν διαφέρουν ως προς την κλινική έκφραση και την έκβαση συγκριτικά με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα αλλεργικά παιδιά παρουσιάζουν ήπια συνδρομή παρόμοια με τα μη αλλεργικά. Σε μία πρόσφατη μελέτη 182 νοσηλευόμενων παιδιών, 43 από αυτά αναφέρεται ότι είχαν αλλεργίες. Η αλλεργική ρινίτιδα απαντώνταν στο μεγαλύτερο ποσοστό (83,7%) και ακολουθούνταν από την τροφική αλλεργία, την ατοπική δερματίτιδα, την τροφική αλλεργία και το άσθμα. Σε αυτή τη μελέτη τα αλλεργικά παιδιά παρουσίασαν καλύτερα εργαστηριακά ευρήματα συγκριτικά με τα μη αλλεργικά

Το άσθμα είναι ένα από τα συχνότερα χρόνια νοσήματα στον παιδιατρικό πληθυσμό. Καθώς η λοίμωξη από SARS-CoV-2 επηρεάζει κατά κύριο λόγο το αναπνευστικό σύστημα, είναι επόμενο να προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο το άσθμα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για νόσηση ή για την εμφάνιση βαρύτερης κλινικής εικόνας. Παρά το ότι στα παιδιά υπάρχουν περιορισμένα  δεδομένα και παρά τις αρχικές ανησυχίες, τα παιδιά με άσθμα δε φαίνεται να νοσούν συχνότερα σε σχέση με τα υπόλοιπα . Σε κάποιες μελέτες μάλιστα φάνηκε ότι νοσούν λιγότερο συχνά του αναμενόμενου και εξετάστηκαν οι πιθανοί μηχανισμοί μέσω των οποίων το άσθμα θα μπορούσε να «προστατεύει» από τη νόσο COVID-19.

Επιπρόσθετα, τα παιδιά με ήπιο ή μέτριο άσθμα, το οποίο είναι καλά ελεγχόμενο με τη φαρμακευτική αγωγή, δεν είναι σε αυξημένο κίνδυνο για σοβαρή νόσηση ή επιπλοκές από τη νόσο COVID-19. Από τα έως τώρα στοιχεία, τα παιδιά αυτά δεν νοσηλεύονται συχνότερα στο νοσοκομείο ή στις μονάδες εντατικής θεραπείας σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν ισχύει το ίδιο για τα παιδιά με σοβαρό άσθμα -που ευτυχώς αποτελούν τη μειοψηφία- ή για αυτά στα οποία το άσθμα δεν είναι καλά ελεγχόμενο. Σε αυτούς τους ασθενείς η νόσος μπορεί όντως να είναι βαρύτερη, να χρειαστεί νοσηλεία ή να εμφανιστούν σοβαρές επιπλοκές.

Καταρχήν τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι τα παιδιά συχνά μπορεί να είναι τελείως ασυμπτωματικά ή να παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα.

Τα συχνότερα συμπτώματα που εμφανίζουν τα παιδιά που νοσούν με COVID-19 περιλαμβάνουν ξηρό βήχα, πυρετό και δυσκολία στην αναπνοή. Επίσης μπορεί να εμφανιστούν μυαλγίες, ρινική καταρροή, πονοκέφαλος και πονόλαιμος. Κάποια παιδιά μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα από το γαστρεντερικό (διάρροια, κοιλιαλγία, ναυτία, εμέτους) είτε σε συνδυασμό με τα συμπτώματα του αναπνευστικού, είτε μόνα τους. Η απώλεια γεύσης και όσφρησης που αναφέρονται στους ενήλικες είναι σπάνια σε παιδιά κάτω των 10 ετών, ενώ σε παιδιά άνω των 10 ετών εμφανίζονται σε ένα ποσοστό 10%.

Τα στοιχεία που έχουμε για την κλινική εικόνα της νόσου COVID-19 σε παιδιά με άσθμα είναι περιορισμένα. Σε γενικές γραμμές ισχύουν τα παραπάνω συμπτώματα που περιγράφονται για τον γενικό παιδιατρικό πληθυσμό. Ο συριγμός (αναπνευστικός ήχος σαν σφύριγμα), που είναι το πιο χαρακτηριστικό κλινικό εύρημα του άσθματος, δεν περιγράφεται ως σύμπτωμα στην κλινική εικόνα του γενικού παιδιατρικού πληθυσμού. Πάντως, σε μια μελέτη παιδιών με άσθμα που διαγνώστηκαν με COVID-19 διαπιστώθηκε η παρουσία συριγμού, λιγότερο όμως συχνά σε σχέση με άλλες ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού που πυροδοτούν τις ασθματικές παροξύνσεις. Πιο συγκεκριμένα, η πλειοψηφία των παιδιών είχε ήπια κλινική εικόνα με ρινική καταρροή και βήχα, ενώ η δυσκολία στην αναπνοή, ο πυρετός και ο συριγμός ήταν λιγότερο συχνά και μάλιστα λιγότερα από τα μισά παιδιά εμφάνισαν συριγμό.

Mία ασθματική κρίση είναι δύσκολο να διαφοροδιαγνωστεί από την SARS-CoV-2 λοίμωξη ή την πνευμονία από τον ίδιο τον ασθενή, ειδικά όταν αυτά προκαλούνται από κάποιον ιό, όπως ο ρινοιός ή άλλοι ιοί του αναπνευστικού οι οποίοι προκαλούν ξηρό βήχα και δύσπνοια. Σύμφωνα με την Βρετανική Eταιρεία Θώρακος, οι ασθενείς με άσθμα καλούνται να ενημερώσουν το γιατρό τους σε περίπτωση που παρουσιάσουν πυρετό, κόπωση και ανοσμία, καθώς τα συμπτώματα αυτά είναι ενδεικτικά SARS-CoV-2 λοίμωξης. Η διάκριση μπορεί στη συνέχεια να γίνει από τον γιατρό με βάση τα συμπτώματα από το αναπνευστικό και διάφορα διαγνωστικά τεστ.

Καταρχήν θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στα μέτρα προστασίας από τον ιό που ισχύουν για όλο τον πληθυσμό, δηλαδή τήρηση των κανόνων υγιεινής, ώστε να ελαχιστοποιήσουμε την πιθανότητα μόλυνσης. Οι γονείς θα πρέπει να αφιερώσουν χρόνο, ώστε να εκπαιδεύσουν το παιδί τους στο συχνό πλύσιμο των χεριών, την τήρηση των αποστάσεων και τη σωστή χρήση μάσκας. Όμως στο παιδί με άσθμα υπάρχει και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό που μπορούμε να κάνουμε και αφορά στον έλεγχο του άσθματος. Πρέπει να σιγουρευτούμε ότι το παιδί λαμβάνει σωστά και με συνέπεια την προφυλακτική θεραπεία του και ότι το άσθμα του είναι καλά ελεγχόμενο. Εάν υπάρχουν γνωστοί εκλυτικοί παράγοντες  (π.χ. αλλεργιογόνα, ατμοσφαιρική ρύπανση κ.ά) είναι σημαντικό να αποφεύγονται, ώστε να αποφθευχθεί μια έξαρση της νόσου. Πρέπει επίσης να υπάρχει γραπτό πλάνο οδηγιών για την αντιμετώπιση των εξάρσεων. Στόχος, ιδίως κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είναι να υπάρξουν όσο το δυνατόν λιγότερες επείγουσες επισκέψεις στο νοσοκομείο. Εάν η νόσος δεν είναι καλά ελεγχόμενη, θα πρέπει να επικοινωνήσουμε με τον θεράποντα ιατρό και να συζητήσουμε πιθανή τροποποίηση της αγωγής, ώστε να επιτευχθεί ο έλεγχος του άσθματος.

Όπως προαναφέρθηκε, για το παιδί με άσθμα έχει μεγάλη σημασία να είναι η νόσος του καλά ελεγχόμενη, καθώς έαν συμβαίνει αυτό, τότε δεν αυξάνει ο κίνδυνος για σοβαρή νόσηση. Η συμμόρφωση στην αγωγή είναι καθοριστικής σημασίας, συνεπώς όχι απλά πρέπει, αλλά επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται κανονικά τα φάρμακα για το άσθμα.

Πολλοί γονείς εκφράζουν ανησυχία για τα εισπνεόμενα ή τα από του στόματος κορτικοστεροειδή που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία. Τα έως τώρα στοιχεία είναι καθησυχαστικά. Στις μελέτες που έγιναν τόσο σε παιδιά, όσο και ενήλικες με άσθμα βρέθηκε ότι η χρήση αυτών των φαρμάκων δεν αποτελεί παράγοντα κινδύνου για νοσηλεία  ή σοβαρή νόσηση.

Αντιθέτως, τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή είναι το φάρμακο που χρησιμοποιείται για τον μακροχρόνιο έλεγχο του άσθματος, που ήδη τονίστηκε πόσο σημαντικός είναι. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις από κάποιες μελέτες ότι αυτά ίσως δρουν προστατευτικά και μειώνουν τον κίνδυνο για σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Προστατευτική δράση έχει βρεθεί και για την σικλεσονίδη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται προφυλακτικά σε εφήβους. Ωστόσο αυτά τα δεδομένα θα πρέπει να τεκμηριωθούν περαιτέρω με περισσότερες μελέτες. Συνεπώς κατά τη διάρκεια της πανδημίας το παιδί θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει κανονικά τα φάρμακά του, θα πρέπει όμως να αποφεύγεται όσο είναι δυνατό η νεφελοποίηση (βλέπε επόμενο ερώτημα).

Για την ανακούφιση ενός επεισοδίου άσθματος χρησιμοποιούνται εισπνεόμενα φάρμακα (β2 αγωνιστές, π.χ. σαλβουταμόλη). Στα παιδιά τα φάρμακα αυτά χορηγούνται με τη βοήθεια ενός αεροθαλάμου (spacer) ή με νεφελοποίηση με την ίδια αποτελεσματικότητα. Όντως ισχύει ότι η χρήση του νεφελοποιητή ευνοεί τη διασπορά του ιού στο περιβάλλον. Συνεπώς θα πρέπει να προτιμάται η χρήση του αεροθαλάμου ή των συσκευών ξηράς σκόνης (στα μεγαλύτερα παιδιά) για την θεραπεία ενός οξέος επεισοδίου άσθματος στο παιδί που νοσεί από COVID-19. Όταν αυτό δεν είναι είναι εφικτό και πρέπει απαραιτήτως να χρησιμοποιηθεί ο νεφελοποιητής, καλό θα ήταν να ελαχιστοποιηθεί ο αριθμός των ατόμων που είναι στο ίδιο δωμάτιο και να ακολουθήσει καλός αερισμός του δωματίου και απολύμανση των επιφανειών.

Σε περιπτώσεις κρίσης άσθματος που δεν είναι γνωστό αν οφείλεται σε νόσο COVID-19, ισχύει η ίδια σύσταση για αποφυγή νεφελοποιήσεων, όπου είναι εφικτό, τόσο στο σπίτι, όσο και στο νοσοκομειακό περιβάλλον, για να περιοριστεί η διασπορά του ιού σε άλλους ασθενείς και το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό.

Τέλος, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιο παιδί λαμβάνει με νεφελοποίηση την προφυλακτική του αγωγή, καθώς κάποια παιδιά μπορεί να έχουν μολυνθεί με SARS-CoV-2 και να είναι ασυμπτωματικά και άρα να μη γνωρίζουν ότι είναι φορείς και διασπείρουν τον ιό.

Θεωρείται σωστό να συνεχίζεται η θεραπεία με αντισταμινικά έτσι ώστε να ελέγχονται τα εποχιακά συμπτώματα της ρινίτιδας τα οποία μπορεί να επιδεινωθούν από έκθεση στα αλλεργιογόνα του  εσωτερικού χώρου. Όσον αφορά τα τοπικά κορτικοστεροειδή για ενδορρινική χρήση επίσης δεν πρέπει να διακόπτονται. Η μη χορήγησή τους ενδέχεται να αυξήσει τα συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό, να οδηγήσει σε ρινική απόφραξη με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης μολυσμένων εκκρίσεων και αυξημένο κίνδυνο για αποικισμό του κατώτερου αναπνευστικού με βακτήρια.

Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι οι ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή κινδυνεύουν περισσότερο από τη λοίμωξη με SARS-CoV-2 ή από το να εμφανίσουν σοβαρότερα συμπτώματα συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό. Συστήνεται όμως από όλες τις επιστημονικές εταιρείες, οι ασθενείς να συνεχίζουν με την αγωγή τους συστηματικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Δεν υπάρχει καμία μελέτη που να προτείνει την αλλαγή της προσέγγισης σε μια ασθματική κρίση κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επιπλέον δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι μία σύντομη θεραπεία με κορτικοστεροειδή επιδρά στην εξέλιξη του SARS-CoV-2. Παράλληλα τα από του στόματος κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται ως συνήθως για την αντιμετώπιση της ασθματικής κρίσης. Στις λίγες περιπτώσεις όπου οι ασθενείς λαμβάνουν θεραπεία με από του στόματος  κορτικοστεροειδή επιπρόσθετα στα εισπνεόμενα πρέπει να τη συνεχίζουν στη χαμηλότερη δυνατή δόση προκειμένου να προλαμβάνονται οι κρίσεις.

Η χρήση μάσκας για τα παιδιά με ήπιο- μέτριο/ ελεγχόμενο άσθμα θεωρείται ασφαλής, όπως ακριβώς και για τα υπόλοιπα παιδιά. Εκτός από τον SARS-CoV-2, τα προφυλάσσει και από άλλους αναπνευστικούς ιούς που μπορεί να πυροδοτήσουν μία κρίση άσθματος. Παρόλο που η πολύωρη χρήση μάσκας δεν είναι ευχάριστη, δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα μέχρι σήμερα που να υποστηρίζουν ότι μπορεί να προκαλέσει δυσκολία στην αναπνοή ή να επηρεάσει την ανάπτυξη των πνευμόνων του παιδιού.  Η απλή υφασμάτινη ή χειρουργική μάσκα δε μειώνει την παροχή οξυγόνου στους πνεύμονες, ούτε αυξάνει την εισπνοή διοξειδίου του άνθρακα. Ήπιες διαταραχές στην αναπνοή έχουν αναφερθεί σε ενήλικες μετά από πολύωρη χρήση μάσκας υψηλής αναπνευστικής προστασίας. Επίσης, σε ενήλικες με βαριές διαταραχές στην αναπνευστική λειτουργία ενδεχομένως και η απλή μάσκα μπορεί να επιβαρύνει την αναπνοή και να προκαλέσει δυσφορία. Τέτοιες καταστάσεις όμως είναι σπάνιες στα παιδιά. Ακόμα και μεταξύ των παιδιών με βαρύ/ μη επαρκώς ελεγχόμενο άσθμα, που στη χώρα μας είναι πολύ λίγα σε αριθμό, ελάχιστα μπορεί να παραπονούνται για δύσπνοια από τη χρήση απλής μάσκας. Στις ειδικές αυτές περιπτώσεις θα χρειαστεί να γίνει αξιολόγηση από τον θεράποντα ιατρό. Στην πλειονότητά τους, τα παιδιά με μη ελεγχόμενο άσθμα διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρή νόσηση μετά την έκθεσή τους σε αναπνευστικούς ιούς και συνεπώς η χρήση μάσκας όχι μόνο δεν αντενδείκνυται, αλλά συμβάλλει στην προστασία των παιδιών αυτών.

Σύμφωνα με την  Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής και το CDC η προστατευτική μάσκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά άνω των 2 ετών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συνιστά τη χρήση μάσκας στα παιδιά άνω των 5 ετών. Στη χώρα μας, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ, η υποχρεωτική χρήση μάσκας στο σχολείο αφορά τα παιδιά του Δημοτικού και μεγαλύτερα, ενώ για τις μικρότερες ηλικίες η χρήση μάσκας είναι προαιρετική και δίδεται έμφαση στην εκπαίδευση και την εξοικείωση των παιδιών άνω των 4 ετών με την ορθή εφαρμογή της υφασμάτινης μάσκας.

Στο εμπόριο διατίθενται υφασμάτινες μάσκες, χειρουργικές μάσκες και μάσκες υψηλής αναπνευστικής προστασίας, με ή χωρίς βαλβίδα (π.χ. FFP2/N95). Οι υφασμάτινες μάσκες θεωρούνται επαρκείς για σχολική χρήση και για τα περισσότερα ασθματικά παιδιά, με ήπιο- μέτριο/ καλά ελεγχόμενο άσθμα. Για τα λίγα παιδιά με σοβαρό/ μη ελεγχόμενο άσθμα, που ενδεχομένως διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για σοβαρή νόσηση από COVID-19, μπορεί να προτιμηθούν οι χειρουργικές μάσκες. Οι μάσκες υψηλής αναπνευστικής προστασίας  χρησιμοποιούνται κυρίως από το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Η χρήση τους στον παιδιατρικό πληθυσμό περιορίζεται σε παιδιά πολύ υψηλού κινδύνου λοίμωξης και εξατομικεύεται. Σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερη σημασία  έχει η σωστή χρήση και η καλή εφαρμογή τους στο πρόσωπο του παιδιού.

Η απόφαση εξατομικεύεται για κάθε παιδί, αναλόγως με την ηλικία του, τη βαρύτητα και τον έλεγχο του άσθματος, αλλά και τον τύπο της εξωσχολικής δραστηριότητας, σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό.

Σε ό,τι αφορά την κολύμβηση, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να μεταδοθεί από το νερό της πισίνας, αν φυσικά έχει γίνει κατάλληλη συντήρηση των εγκαταστάσεων και απολύμανση του νερού. Παρόλα αυτά είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μετάδοση μέσω του αέρα, αν δεν τηρούνται οι αποστάσεις, αλλά και από μολυσμένες επιφάνειες, εξοπλισμό και παιχνίδια. Δραστηριότητες σε εξωτερικό χώρο μπορούν να συνεχιστούν, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα γενικά μέτρα προστασίας (αποστάσεις, συχνό πλύσιμο χεριών, τακτικός καθαρισμός/απολύμανση εξοπλισμού, χρήση ατομικού μπουκαλιού για νερό κλπ). Δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε εσωτερικούς χώρους μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης αναπνευστικών ιών και ως εκ τούτου, η συνέχισή τους θα πρέπει ν’ αποφασιστεί σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, σε συνεννόηση με τον ιατρό του παιδιού.

Tόσο η υποδόρια (SCIT) όσο και η υπογλώσσια ανοσοθεραπεία (SLIT) μπορούν να συνεχίζονται κανονικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας σε όλους τους υγιείς και ασυμπτωματικούς ασθενείς.

  • Σε συμπτωματικούς ασθενείς που έχουν έρθει σε επαφή με θετικά άτομα για τον COVID -19
  • Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με θετικά τεστ για τον COVID -19
  • Σε ασθενείς με επιδείνωση των συμπτωμάτων από το αναπνευστικό που σχετίζονται με πιθανή ιογενή συνδρομή

Στα παιδιά που παρουσιάζουν τροφική αλλεργία καλό είναι να συνεχίζεται η δίαιτα αποφυγής του υπεύθυνου τροφίμου, η οποία αποτελεί και τη βασική αντιμετώπιση. Η έναρξη της από του στόματος ανοσοθεραπείας (ΟΙΤ) καλό είναι να αναβάλλεται όπως και η πρόκληση με την τροφή.

  • Να διατηρούν αποστάσεις, να πλένουν συχνά τα χέρια τους με σαπούνι και ζεστό νερό (το σαπούνι να εφαρμόζεται σε όλη την επιφάνεια των χεριών για τουλάχιστον 20’) ή να εφαρμόζουν αντισηπτικό ζελ χωρίς να το ξεπλένουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πλύσιμο των χεριών δεν πρέπει να είναι παρατεταμένο σε παιδιά με ατοπική δερματίτιδα.
  • Τα παιδιά με τροφική αλλεργία πρέπει να αποφεύγουν την αλλεργιογόνο τροφή

Να υπάρχει πλάνο για τις επείγουσες περιπτώσεις όπως η ενδομυϊκή χορήγηση  αδρεναλίνης, η χρήση βρογχοδιασταλτικών, αντιισταμινικών και κορτιζόλης.

  • H υγιεινή των χεριών είναι σημαντική για την πρόληψη της λοίμωξης και της μετάδοσης των ιών. Ωστόσο η εκτεταμένη επαφή με το νερό, διαταράσσει το συμβιωτικό μικροβίωμα και οδηγεί σε διαταραχή του φραγμού σε υγιή άτομα. Επίσης επιδεινώνει τις νόσους σε άτομα με εγγενές ελάττωμα στο φραγμό της επιδερμίδας όπως η ατοπική δερματίτιδα. Η αποτελεσματική φροντίδα του δέρματος μετά την υγιεινή των χεριών είναι αναγκαία προκειμένου να προληφθεί η διαταραχή του φραγμού και τα φαινόμενα ευαισθητοποίησης. Έτσι συστήνονται τα μαλακτικά που περιέχουν υαλουρονικό οξύ, Βιταμίνη Ε και κεραμίδιο ή ουρία. Σύμφωνα με τον WHO οι ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα  συστήνεται να πλένουν τα χέρια τους με σαπούνι και νερό παρά με αντισηπτικά (όπως η χλωρεξιδίνη) ή με αλκοολούχα τζελ και να αποφεύγουν το παρατεταμένο πλύσιμο με πολύ ζεστό νερό.Σημεία κλειδιά
    • Η συνέχιση της αντιασθματικής αγωγής κατά τη διάρκεια της πανδημίας είναι πολύ σημαντική, καθώς όταν το άσθμα είναι καλά ελεγχόμενο το παιδί δεν κινδυνεύει να παρουσιάσει επιπλοκές ή να νοσήσει βαρύτερα από COVID-19 σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά.
    • Η χρήση των κορτικοστεροειδών τόσο των εισπνεόμενων, όσο και των από του στόματος δεν αυξάνει τον κίνδυνο για σοβαρή νόσηση ή επιπλοκές από την COVID-19.
    • Η χρήση μάσκας σε παιδιά με άσθμα δεν ενέχει κινδύνους για την υγεία του παιδιού και επιπλέον προστατεύει από αναπνευστικές λοιμώξεις που συχνά πυροδοτούν τα επεισόδια άσθματος. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις αφορούν κάποια από τα παιδιά με σοβαρό/ μη ελεγχόμενο άσθμα, οι οποίες θα πρέπει να αξιολογηθούν από τον θεράποντα ιατρό.
    • Όλα τα παραπάνω βασίζονται στα έως τώρα δεδομένα. Καθώς η πανδημία συνεχίζεται και περισσότερες μελέτες δημοσιεύονται, είναι πιθανή η αναθεώρηση κάποιων πληροφοριών βάσει των νέων δεδομένων.

Αναστασία Γεωργούντζου, MD, PhD Παιδίατρος, Επιστημονική Συνεργάτης Μονάδας Αλλεργιολογίας & Κλινικής Ανοσολογίας Β’ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Τάνια Κολυβά, Παιδίατρος MSc in Allergy, Επιμελήτρια Γενικού Νοσοκομείου Χανίων

Μαρία Κωσταρά, MD Παιδίατρος, Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων